Δελτίο Τύπου του ΙΜΔΑ για τη Γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για την κλιματική αλλαγή
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
«Η σημαντικότερη υπόθεση της εποχής μας»: Η κλιματική αλλαγή ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και τα δικαιώματα του ανθρώπου
Στις 23 Ιουλίου 2025, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ ή Δικαστήριο) εξέδωσε την πολυαναμενόμενη Γνωμοδότησή του σχετικά με τις Υποχρεώσεις των Κρατών απέναντι στην Κλιματική Αλλαγή. Η ιστορική αυτή γνωμοδότηση εκδόθηκε σε συνέχεια αιτήματος της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών και επιβεβαιώνει τον καθοριστικό ρόλο του διεθνούς δικαίου στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, καθώς και τη συναρμογή του γενικού διεθνούς δικαίου με τις συμβάσεις που πραγματεύονται την κλιματική αλλαγή.
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο είχε κληθεί να απαντήσει σε δύο ερωτήσεις της Γενικής Συνέλευσης: αφενός, ποιες είναι οι υποχρεώσεις των Κρατών βάσει του διεθνούς δικαίου για τη διασφάλιση της προστασίας του κλιματικού συστήματος και άλλων τμημάτων του περιβάλλοντος από τις ανθρωπογενείς εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου για τα Κράτη και για τις παρούσες και μελλοντικές γενιές· αφετέρου, ποιες είναι οι νομικές συνέπειες που προκύπτουν από τις υποχρεώσεις αυτές για τα Κράτη τα οποία, με τις πράξεις και τις παραλείψεις τους, έχουν προκαλέσει σημαντική βλάβη στο κλιματικό σύστημα και σε άλλα τμήματα του περιβάλλοντος, τόσο ως προς άλλα Κράτη, όσο και ως προς λαούς και άτομα.
Ως προς τις υποχρεώσεις των Κρατών, το Δικαστήριο καταρχήν αποφάνθηκε ότι αυτές προκύπτουν από ολόκληρο το «σώμα» του διεθνούς δικαίου. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις ειδικότερες συμβάσεις για την κλιματική αλλαγή και συγκεκριμένα στη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή, στο Πρωτόκολλο του Κιότο και στη Συμφωνία των Παρισίων. Ειδικότερα, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι οι συμβάσεις για την κλιματική αλλαγή εμπεριέχουν δεσμευτικές υποχρεώσεις για την εξασφάλιση της προστασίας του κλιματικού συστήματος και άλλων τμημάτων του περιβάλλοντος από τις ανθρωπογενείς εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και προέβη σε ρητή αναφορά του περιεχομένου τους, χαρακτηρίζοντάς τες ως το πιο άμεσα σχετικό εφαρμοστέο δίκαιο (παρ. 121).
Φυσικά, το Δικαστήριο επεξήγησε ότι δεσμευτικές υποχρεώσεις για τα Κράτη δεν απορρέουν μόνο από τις ειδικότερες διεθνείς συμβάσεις που αφορούν την κλιματική αλλαγή, αλλά και από το διεθνές εθιμικό δίκαιο, σύμφωνα με το οποίο τα Κράτη έχουν καθήκον να αποτρέπουν σημαντικές βλάβες στο περιβάλλον ενεργώντας με τη δέουσα επιμέλεια, καθώς και να συνεργάζονται μεταξύ τους. Αντίστοιχα, υποχρεώσεις προκύπτουν και από περιβαλλοντικές συνθήκες, από τη Διεθνή Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας -όπως προκύπτει από τη Γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου για το Δίκαιο της Θάλασσας της 21ης Μαΐου 2024- καθώς και από το διεθνές δίκαιο για τα δικαιώματα του ανθρώπου, το οποίο υπαγορεύει ότι τα Κράτη πρέπει να σέβονται και να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ως προς τις νομικές συνέπειες των παραβιάσεων των υποχρεώσεων των Κρατών, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η παραβίαση οποιασδήποτε υποχρέωσης αποτελεί διεθνώς παράνομη πράξη που συνεπάγεται τη διεθνή ευθύνη του Κράτους. Το Δικαστήριο διευκρίνισε πως το νομικό πλαίσιο για τη διεθνή ευθύνη ενός Κράτους είναι οι εθιμικοί κανόνες της διεθνούς ευθύνης, ενώ αποσαφήνισε ότι οι νομικές συνέπειες εξαρτώνται από την εκάστοτε παραβίαση και τη βλάβη που έχει προκληθεί, γεγονός που συνεπάγεται ότι απαιτείται αξιολόγηση in concreto. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι τα Κράτη που ευθύνονται για διεθνώς παράνομες πράξεις που αφορούν το κλίμα οφείλουν όχι μόνο παύση των παράνομων πράξεων και εγγυήσεις μη επανάληψής τους, αλλά και πλήρη επανόρθωση, μέσω αποκατάστασης, αποζημίωσης ή/και ικανοποίησης.
Το Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κρίνει απαραίτητο να κάνει ειδική μνεία στα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς την άρρηκτη σχέση μεταξύ της προστασίας του κλίματος και του περιβάλλοντος αφενός και της απόλαυσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αφετέρου. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι αρνητικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής μπορούν να περιορίσουν σημαντικά την απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως είναι το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα στην υγεία και το δικαίωμα σε ένα επαρκές βιοτικό επίπεδο, που συμπεριλαμβάνει την πρόσβαση σε νερό, φαγητό και στέγη (παρ. 377 επ.). Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν δίστασε να περιγράψει το δικαίωμα σε ένα καθαρό, υγιές και βιώσιμο περιβάλλον ως απαραίτητη προϋπόθεση για την απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να τονίσει ότι αυτό το δικαίωμα απορρέει από την αλληλεξάρτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της προστασίας του περιβάλλοντος (παρ. 393).
Αξίζει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο επιτόνισε ότι τα Κράτη έχουν υποχρεώσεις που προκύπτουν από την αρχή της μη-επαναπροώθησης ως προς τα άτομα που διατρέχουν πραγματικό κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης στη ζωή τους (παρ. 373). Ακόμη, έδωσε ειδική έμφαση στις ομάδες ανθρώπων που είναι ιδιαίτερα ευάλωτες απέναντι στην κλιματική αλλαγή και τις επιπτώσεις της, όπως είναι τα παιδιά, οι γυναίκες και οι αυτόχθονες λαοί (παρ. 383 επ.).
Τέλος, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε εκ νέου την εξωεδαφική εφαρμογή των συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα (παρ. 394 επ.) και κατέληξε ότι το διεθνές δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, οι συμβάσεις περί κλιματικής αλλαγής, καθώς και οι περιβαλλοντικές συμβάσεις «αλληλεπιδρούν» (παρ. 404) καθιστώντας απαραίτητη τη συνεκτίμησή τους από τα Κράτη κατά την εφαρμογή των υποχρεώσεών τους.
Η γνωμοδότηση του ΔΔΧ ακολουθεί με το ίδιο θάρρος τον δρόμο που έχουν χαράξει άλλα διεθνή δικαστήρια όσον αφορά το ζήτημα της σχέσης της κλιματικής αλλαγής και της απόλαυσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόφαση Verein Klimaseniorinnen Schweiz και άλλοι κατά Ελβετίας που εκδόθηκε στις 9 Απριλίου 2024, με την οποία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έκρινε ότι οι βλάβες που απορρέουν από την κλιματική αλλαγή θέτουν σε κίνδυνο την απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μπορεί να συνιστούν παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Συγκεκριμένα, κατά το ΕΔΔΑ, η κλιματική αλλαγή αποτελεί αναμφισβήτητο κίνδυνο για την υγεία και τη ζωή, συμπεριλαμβανομένης και της ιδιωτικής ζωής.
Στο ίδιο μήκος κύματος, το Δια-Αμερικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέδωσε τη Γνωμοδότησή του για την Κλιματική Έκτακτη Ανάγκη και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στις 3 Ιουλίου 2025. Ειδικότερα, το Δια-Αμερικανικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, κυρίως για τo δικαίωμα στη ζωή και την προσωπική ακεραιότητα, το δικαίωμα στην υγεία, το φαγητό, το νερό, τη στέγη και την εκπαίδευση, την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, την περιουσία και την κατοικία και το δικαίωμα απόλαυσης ενός υγειούς περιβάλλοντος. Ομοίως το Δια-Αμερικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναγνώρισε τη δυσανάλογη επίδραση της κλιματικής αλλαγής σε ευάλωτες ομάδες ανθρώπων και επιβεβαίωσε την ανάγκη για μια ολιστική προσέγγιση βασισμένη στο γενικό διεθνές δίκαιο, στο διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο, στο δίκαιο της θάλασσας και εν τέλει στο διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η γνωμοδότηση του ΔΔΧ συνιστά την κορωνίδα όλων των υπολοίπων σημαντικών γνωμοδοτήσεων και αποφάσεων διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων για το κλίμα, ακολουθώντας μια ολιστική προσέγγιση και κρούοντας ηχηρά τον κώδωνα του κινδύνου για τα Κράτη και τη διεθνή κοινότητα, προκειμένου να αντιληφθούν επιτέλους ότι η λήψη δραστικών και αποτελεσματικών μέτρων για την αντιμετώπιση και τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, καθώς και η διεθνής συνεργασία συνιστούν επιτακτική ανάγκη για τη διασφάλιση της ζωής στον πλανήτη.
Το Δελτίο Τύπου του ΙΜΔΑ διαθέσιμο και σε pdf αρχείο εδώ.