EmporiaΤο Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΙΜΔΑ) έχει επανειλημμένα ασχοληθεί ενεργά με τη σύγχρονη μάστιγα της εμπορίας ανθρώπων (humantrafficking) εκδίδοντας το βιβλίο της Τ. Κυριαζή με τίτλο Εμπορία ανθρώπων, διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2010, 342 σελ.), το οποίο πραγματεύεται και εξετάζει το ζήτημα υπό το πρίσμα του περιφερειακού και του διεθνούς νομικού πλαισίου. Επιπρόσθετα, αξίζει να αναφερθεί και η μαχητική αρθρογραφία της Προέδρου του ΙΜΔΑ, κ. Αλίκης Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, σχετικά με την υπόθεση εργασιακής εκμετάλλευσης στη Μανωλάδα, η οποία συντάραξε το πανελλήνιο. Με άρθρο της, το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» στις 31 Μαΐου 2014 με τον τίτλο «Αναβιώνει στη Μανωλάδα ο θεσμός της δουλείας», καθώς και στις τοπικές εφημερίδες της Αχαΐας «Γεγονότα» και «Πελοπόννησος» στις 21 Ιουνίου 2014 με τον τίτλο «Δούλοι της Μανωλάδας», η Πρόεδρος του ΙΜΔΑ καταδίκασε τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης των αλλοδαπών εργαζόμενων στα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας και το καθεστώς εργασιακού μεσαίωνα που τους είχαν επιβάλει οι ντόπιοι εκμεταλλευτές τους.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ΙΜΔΑ χαιρετίζει την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) που δικαιώνει ένα εκ των πολλών - δυστυχώς - θυμάτων εκμετάλλευσης. Ταυτόχρονα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπόθεση της Μανωλάδας εκκρεμεί ενώπιόν του[*], το ΙΜΔΑ ενώνει τη φωνή του με αυτήν του Δικαστηρίου του Στρασβούργου και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου όσον αφορά στην ανάγκη, αφενός, αποτελεσματικής εφαρμογής των διατάξεων του ποινικού μας κώδικα εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων και, αφετέρου, τροποποίησης ορισμένων εξ αυτών, έτσι ώστε να καταστούν αποτελεσματικότερες.

Στην απόφαση L.E. κατά Ελλάδας (no. 71545/12), το ΕΔΔΑ καταδίκασε ομοφώνως τη χώρα μας, γιατί καθυστέρησε να δράσει για να προστατεύσει μια νεαρή Νιγηριανή, η οποία ήταν θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εμπορίας ανθρώπων και ως εκ τούτου εξαναγκαζόταν να εκδίδεται επί δύο χρόνια. Η χώρα μας καταδικάσθηκε με βάση το άρθρο 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), το οποίο απαγορεύει τη δουλεία, την ειλωτεία και την καταναγκαστική εργασία και επιβάλλει στο κράτος θετικές υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων και η ποινική τιμωρία των εμπόρων. Το Δικαστήριο στιγμάτισε την καθυστέρηση από πλευράς αστυνομικών και εισαγγελικών αρχών να λάβουν - εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - τα προσήκοντα μέτρα προστασίας της προσφεύγουσας, καθώς η L.E. χρειάστηκε να περιμένει για περισσότερους από 9 μήνες από τη στιγμή που προσέφυγε στις ελληνικές Αρχές έως ότου το ελληνικό δικαστικό σύστημα της αναγνωρίσει το καθεστώς του θύματος. Επιπλέον, η διερεύνηση της υπόθεσης από τις ελληνικές αρχές δεν έγινε με την προσήκουσα επιμέλεια και παρατηρήθηκε αδυναμία ως προς τον έγκαιρο εντοπισμό των δραστών, καθώς δεν προκύπτει ότι οι ελληνικές αρχές ανέλαβαν πρωτοβουλίες για την ανεύρεση ενός εκ των προαγωγών, ζητώντας, για παράδειγμα, τη συνδρομή των αρμόδιων αρχών της Νιγηρίας.

Το ΙΜΔΑ, προσβλέποντας σε αποτελεσματικότερη προάσπιση, προστασία και διαφύλαξη των διεθνώς αναγνωρισμένων Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για όλους, χωρίς διακρίσεις, δεσμεύεται να συνεχίσει τον αγώνα για σεβασμό στα οικουμενικά, αδιαίρετα και αλληλοεξαρτώμενα ατομικά δικαιώματα. Η προστασία προσώπων που ανήκουν σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως η L.E., που ως γυναίκα και μετανάστης ήταν εύκολο θύμα αθέμιτης μεταχείρισης και χυδαίας εκμετάλλευσης, θα παραμείνει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και της δράσης του Ιδρύματος. Η απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ εγγυάται επίσης την οριζόντια εφαρμογή των δικαιωμάτων και αποκτά εξαιρετικό ενδιαφέρον, γιατί διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 της ΕΣΔΑ, στο οποίο πλέον εμπίπτουν και οι σύγχρονες μορφές δουλείας, και ειδικότερα η σωματεμπορία, στο πλαίσιο μιας εξέλιξης της νομολογίας με σημείο αφετηρίας την απόφαση Siliadin κατά Γαλλίας, (26.10.2005, no. 73316/01) και με καθοριστικό βήμα την απόφαση Rantsev κατά Κύπρου και Ρωσίας (10.05.2010, no. 25965/04).

25 Ιανουαρίου 2016


[*] Το ΕΔΔΑ αναμένεται να εξετάσει την προσφυγή των 42 μεταναστών από το Μπαγκλαντές κατά της Ελλάδας για παραβίαση του άρθρου 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (απαγόρευση της δουλείας, της ειλωτείας και της καταναγκαστικής εργασίας) μετά τις 20 Ιανουαρίου 2016.

Εξαιρετικά επείγον

Γνωμoδότηση και Έκκληση

Το Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΙΜΔΑ) αισθάνεται την υποχρέωση να θέσει υπόψη σας τη γνωστή υπόθεση του 21 ετών Σαουδάραβα Ali Mohammed Baqir al-Nimr, ο οποίος καταδικάστηκε από τις αρχές της χώρας του σε θάνατο για πράξεις – αξιόποινες σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο – που τέλεσε όταν ήταν 17 ετών, δηλαδή όταν ήταν ανήλικος. Η ποινή μπορεί να εκτελεστεί ανά πάσα στιγμή.

Προσθέτουμε ότι ως τρόποι εκτέλεσης της ποινής έχουν αναφερθεί, κατά τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, ο αποκεφαλισμός και η σταύρωση, μέθοδοι που αποτελούν αυτές καθαυτές φοβερά βασανιστήρια. Είναι γνωστό ότι η απαγόρευση, χωρίς καμία εξαίρεση, των βασανιστηρίων συνιστά κανόνα του διεθνούς αναγκαστικού δικαίου (juscogens). Η, δε, Σαουδική Αραβία κύρωσε το 1997 τη Σύμβαση του ΟΗΕ κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας και συνεπώς δεσμεύεται από αυτή.

Υπογραμμίζουμε ότι η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού, την οποία η χώρα αυτή έχει κυρώσει από το 1996, απαγορεύει σε όλα τα κράτη την επιβολή θανατικής ποινής και ισόβιας κάθειρξης σε άτομα που τέλεσαν πράξεις αξιόποινες σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, όταν ήταν κάτω των 18 ετών (άρθρο 37 στοιχείο α΄). Τόσο η ίδια η καταδίκη του Alial-Nimrσε θάνατο όσο βεβαίως και η ενδεχόμενη εκτέλεσή του συνιστούν κατάφωρες παραβιάσεις της Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού, για τις οποίες η Σαουδική Αραβία φέρει διεθνή ευθύνη έναντι όλων συμβαλλομένων κρατών, αλλά και έναντι της διεθνούς κοινότητας στο σύνολό της.

Μάλιστα ο Ali όχι μόνο δεν διέπραξε δήθεν «παράνομες» πράξεις, αλλά επί της ουσίας καταδικάσθηκε επειδή συμμετείχε σε διαδηλώσεις, ασκώντας και ενισχύοντας δηλαδή το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα της ελευθερίας του συνέρχεσθαι. Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται τόσο από την Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 20) όσο και από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (άρθρο 21) και, επομένως, όλα τα κράτη μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών έχουν την υποχρέωση να το σέβονται και να το προστατεύουν. Σημειωτέον ότι η Σαουδική Αραβία είναι ιδρυτικό μέλος του ΟΗΕ.

Επιπλέον, αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με την κοινή δήλωση του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ για τις εξωδικαστικές, συνοπτικές και αυθαίρετες εκτελέσεις, του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ για τα βασανιστήρια και άλλες σκληρές, απάνθρωπες και ταπεινωτικές μεταχειρίσεις και του Προέδρου της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού, στην υπόθεση αυτή διαπιστώνονται πρόσθετες παραβιάσεις. Συγκεκριμένα, ο Aliυπέστη βασανιστήρια κατά τη σύλληψη και κράτησή του προκειμένου να ομολογήσει, ενώ παραβιάστηκε το διεθνώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη.

Το ΙΜΔΑ ενώνει τη φωνή του με αυτή των τριών ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ και σας απευθύνει θερμή έκκληση να προβείτε σε δημόσια δήλωση αποδοκιμασίας της επιβολής θανατικής ποινής στον 21χρονο Ali, καθώς και να ζητήσετε την ανάκληση της σχετικής δικαστικής απόφασης της χώρας αυτής και την άμεση απελευθέρωσή του.

Αθήνα, 2 Οκτωβρίου 2015

Η Πρόεδρος του ΙΜΔΑ O Γενικός Γραμματέας του ΙΜΔΑ

Αλίκη Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου

Ομ. Καθηγήτρια και π. Πρύτανης

Παντείου Πανεπιστημίου

π. Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Αντώνης Μπρεδήμας

Ομ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς παρατηρείται έξαρση της ακραίας πολιτικής, θρησκευτικής και άλλων ειδών βίας, ιδιαίτερα της οργανωμένης. Σε στόχο των εγκληματικών ομάδων αναδεικνύονται, κατά κύριο λόγο, ευάλωτες κατηγορίες του πληθυσμού, όπως παιδιά, γυναίκες, πρόσφυγες, ΛΟΑΤ, ΑΜΕΑ, των οποίων τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στη ζωή, στη σωματική ακεραιότητα, στην ελεύθερη έκφραση και στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας παραβιάζονται καθημερινά. Συνεπώς, ανακύπτει με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα της ποινικής μεταχείρισης των εγκληματικών οργανώσεων, αλλά και της προσαρμογής εν γένει του Ποινικού Κώδικα, στην αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος εντός ενός διεθνοποιημένου περιβάλλοντος, όπου μεταλλάσσονται διαρκώς τα μέσα τέλεσης των ειδεχθών αυτών αδικημάτων. Και παρότι είναι προφανές ότι μόνος ο ποινικός κολασμός αυτών των πράξεων δεν επαρκεί για τη ριζική εξάλειψη του φαινομένου, η υποχρέωση προστασίας των δικαιωμάτων όλων αυτών που υφίστανται τη βία, καθώς και η προάσπιση της δημοκρατίας, επιβάλλουν την αυστηρή τιμωρία εγκληματικών πράξεων που τελούνται από οργανωμένες ομάδες.

Υπό το φως των παραπάνω, η στοιχειοθέτηση και συστηματική δίωξη του εγκλήματος της σύστασης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα) αναδεικνύεται σε κρίσιμη συνθήκη για την αντιμετώπιση αυτών των φαινομένων. Πιο συγκεκριμένα, έχει προβληθεί η άποψη ότι η έννοια της εγκληματικής οργάνωσης προϋποθέτει, σε κάθε περίπτωση, την ύπαρξη του οικονομικού οφέλους ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση. Η νομική κατοχύρωση του παραπάνω ορισμού της εγκληματικής οργάνωσης, η οποία θα έχει ως συνέπεια την τροποποίηση του ισχύοντος άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα, έχει χαρακτηρισθεί ως νομικά υποχρεωτική, με την έννοια της προσαρμογής της εθνικής νομοθεσίας στη -δεσμευτική για την Ελλάδα- Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Οργανωμένου Εγκλήματος (Παλέρμο 2000)[1].

Ωστόσο, πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι ο ορισμός της εγκληματικής οργάνωσης που διατυπώνει η Σύμβαση του Παλέρμο αφορά αποκλειστικά «τους σκοπούς της Σύμβασης αυτής», δηλαδή την «προαγωγή της συνεργασίας για την πιο αποτελεσματική πρόληψη και καταπολέμηση του διεθνικού οργανωμένου εγκλή­ματος»[2]. Συνεπώς, η Σύμβαση επιβάλλει μεν την τιμωρία προσώπων που συστήνουν ή συμμετέχουν σε εγκληματικές οργανώσεις στόχος των οποίων είναι ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους, ουδόλως όμως αποκλείει την εξίσου αυστηρή τιμωρία προσώπων που συστήνουν ή συμμετέχουν σε εγκληματικές οργανώσεις οι οποίες δρουν με διαφορετικά κίνητρα. Με βάση αυτή τη διαπίστωση, οφείλουμε επομένως να αναρωτηθούμε, ανατρέχοντας και στα δεδομένα του συγκριτικού δικαίου, αν τελικά κρίνεται σκόπιμο δικαιοπολιτικά να εξαιρούνται πολιτικά, θρησκευτικά ή άλλων ειδών κίνητρα διάπραξης εγκλημάτων από οργανωμένη ομάδα ατόμων.

            Στην ποινική νομοθεσία της μεγάλης πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών κρατών, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συγκρότησης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση δεν περιλαμβάνει το στοιχείο του οικονομικού οφέλους. Ο γαλλικός Ποινικός Κώδικας τιμωρεί και τη σύσταση εγκληματικής συμμορίας (association des malfaiteurs, άρ. 450-1[3]) και τη σύσταση εγκληματικής οργάνωσης (bande organisée, άρ. 132-71[4]) χωρίς καμία αναφορά στο οικονομικό κριτήριο. Στην Αγγλία, το πρώτο άρθρο του Criminal Law Act του 1977 ορίζει την έννοια του conspiracy (έννοια που παραδοσιακά στις χώρες του common law καλύπτει την αντίστοιχη έννοια της εγκληματικής οργάνωσης στις ηπειρωτικές ευρωπαϊκές έννομες τάξεις) κατά παρόμοιο τρόπο[5]. Η γερμανική προσέγγιση του ζητήματος, στην οποία προφανώς έχει στηριχθεί και ο συντάκτης των άρθρων 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα, διακρίνει μεν μεταξύ εγκληματικής (kriminelle Vereinigungen, §129 StGB[6]) και τρομοκρατικής ομάδας (terroristische Vereinigungen, §129a StGB[7]), αλλά φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για την πολιτική διάστασή του θέματος (βλ. άρ. 9 Grundgesetz[8]), ενώ δεν αναφέρεται καθόλου στο οικονομικό στοιχείο. Παρόμοια είναι και η προσέγγιση του Ισπανού ποινικού νομοθέτη, ο οποίος εξετάζει περισσότερο τη φύση παρά το (ενδεχομένως οικονομικό) κίνητρο της δράσης της ομάδας τιμωρώντας τόσο τη σύσταση συμμορίας (άρ. 515, το οποίο έχει ενταχθεί στο Κεφάλαιο περί εγκλημάτων που διαπράττονται κατά την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών που εγγυάται το Σύνταγμα[9]) όσο και τη σύσταση εγκληματικών οργανώσεων και ομάδων (άρ. 575 bis επ.[10]). Ο αυστριακός Ποινικός Κώδικας με τη σειρά του, διακρίνει ανάμεσα σε εγκληματική ομάδα (kriminelle Vereinigung, § 278 StGB[11]) και εγκληματική οργάνωση (kriminelle Organisation, § 278a StGB[12]), χωρίς ωστόσο και αυτός να αναφέρεται στο οικονομικό κίνητρο.

            Δύο χώρες, η Ιταλία και το Βέλγιο, έχουν εισαγάγει στη νομοθεσία τους το οικονομικό όφελος ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της σύστασης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση ακολουθώντας την προσέγγιση των σχετικών διεθνών[13] αλλά και ενωσιακών[14] κειμένων. Πιο συγκεκριμένα, η Ιταλία, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η δράση της μαφίας, έχει προσθέσει ένα άρθρο στον Ποινικό της Κώδικα, όπου περιγράφει τη «μαφιόζικου τύπου οργάνωση» (associazione è ditipomafioso) ως μια κατ’ουσίαν εγκληματική οικονομική επιχείρηση, η οποία χρησιμοποιεί ειδικά μέσα για την εξυπηρέτηση των στόχων της (άρ. 416 bis[15]). Επίσης, το Βέλγιο στο άρθρο 324 bis του Ποινικού Κώδικα ορίζει ως εγκληματική οργάνωση την ομάδα η οποία, πέρα από τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά, στοχεύει, άμεσα ή έμμεσα, στον προσπορισμό οικονομικού οφέλους[16]. Σε κάθε περίπτωση πρέπει ωστόσο να υπογραμμισθεί ότι, και στα δύο αυτά κράτη, η σύσταση ομάδας ή οργάνωσης με διαφορετικά κίνητρα τιμωρείται με βάση άλλες διατάξεις (άρ. 416 παρ. 1-5 ιταλικού ΠΚ και άρ. 322 βελγικού ΠΚ), οι οποίες προβλέπουν εξίσου αυστηρές ποινές.

Συμπερασματικά, η ύπαρξη οικονομικού κινήτρου δεν θεωρείται απαραίτητο στοιχείο ποινικού χαρακτηρισμού μιας ομάδας ως εγκληματικής οργάνωσης σύμφωνα με όσα προβλέπει η ποινική νομοθεσία της μεγάλης πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών κρατών. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι με βάση τα παραπάνω συμπεράσματα δεν θα πρέπει να περιοριστεί η έννοια της εγκληματικής οργάνωσης με την εισαγωγή του στοιχείου του προσπορισμού οικονομικού οφέλους, γιατί αυτό θα είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια την ουσιαστική ατιμωρησία ατόμων που συμμετέχουν σε ομάδες οι οποίες διαπράττουν εγκλήματα από μίσος εθνικό, φυλετικό, θρησκευτικό ή μίσος λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή άλλης κατάστασης.

Συνεπώς, προτείνουμε είτε το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα να παραμείνει ως έχει, είτε να προστεθεί ένα νέο άρθρο που θα στοχεύει ειδικά στην αντιμετώπιση του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος ενσωματώνοντας τον ορισμό της εγκληματικής οργάνωσης που περιλαμβάνει η Συνθήκη του Παλέρμο. Σκόπιμη, επίσης, κρίνεται η αυστηροποίηση των ποινών που προβλέπει το άρθρο 187 παρ. 5 του Ποινικού Κώδικα περί σύστασης συμμορίας[17].

Σε κάθε περίπτωση, οφείλουμε να τονίσουμε ότι η ποινική νομοθεσία πρέπει να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και να επιδεικνύει σχετική ευελιξία, χωρίς ωστόσο να δημιουργεί κενά νόμου και να αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά φαινόμενα που πλήττουν θεμελιώδη δικαιώματα, ιδιαίτερα ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού, αλλά και την ίδια τη δημοκρατία.

Νομική Επιτροπή ΙΜΔΑ

Αθήνα, 18 Νοεμβρίου 2014

 


[1] Το άρθρο 2 της Συνθήκης του Παλέρμο (2000) [Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος, η οποία κυρώθηκε από τη χώρα μας με το Ν.3875/2010(Α’ 158)] προβλέπει συγκεκριμένα τα εξής: «Για τους σκοπούς της Σύμβασης αυτής: (α) Οργανωμένη εγκληματική ομάδα” νοείται δο­μημένη ομάδα τριών ή περισσότερων προσώπων που υπάρχει για κάποια χρονική περίοδο και ενεργεί με κοινό σκοπό τέλεσης ενός ή περισσότερων σοβαρών εγκλημάτων ή εγκλημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή, προκειμένου να ποριστεί αμέσως ή εμμέσως οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος».

[2]Όπ. π., άρθρο 1.

[3] « Constitue une association de malfaiteurs tout groupement formé ou entente établie en vue de la préparation, caractérisée par un ou plusieurs faits matériels, d’un ou plusieurs crimes ou d’un ou plusieurs délits punis d’au moins cinq ans d’emprisonnement.»

[4] « Constitue une bande organisée au sens de la loi tout groupement formé ou toute entente établie en vue de la préparation, caractérisée par un ou plusieurs faits matériels, d’une ou de plusieurs infractions.»

[5] «(1)Subject to the following provisions of this Part of this Act, if a person agrees with any other person or persons that a course of conduct shall be pursued which, if the agreement is carried out in accordance with their intentions, either—

(a)will necessarily amount to or involve the commission of any offence or offences by one or more of the parties to the agreement, or

(b)would do so but for the existence of facts which render the commission of the offence or any of the offences impossible,

he is guilty of conspiracy to commit the offence or offences in question.»

[6] «Wer eine Vereinigung gründet, deren Zwecke oder deren Tätigkeit darauf gerichtet sind, Straftaten zu begehen, oder wer sich an einer solchen Vereinigung als Mitglied beteiligt, für sie um Mitglieder oder Unterstützer wirbt oder sie unterstützt, wird mit Freiheitsstrafe bis zu fünf Jahren oder mit Geldstrafe bestraft.»

[7] «Wer eine Vereinigung gründet, deren Zwecke oder deren Tätigkeit darauf gerichtet sind,

1. Mord (§ 211) oder Totschlag (§ 212) oder Völkermord (§ 6 des Völkerstrafgesetzbuches) oder Verbrechen gegen die Menschlichkeit (§ 7 des Völkerstrafgesetzbuches) oder Kriegsverbrechen (§§ 8, 9, 10, 11 oder § 12 des Völkerstrafgesetzbuches) oder

2. Straftaten gegen die persönliche Freiheit in den Fällen des § 239a oder des § 239b

3. (weggefallen)

zu begehen, oder wer sich an einer solchen Vereinigung als Mitglied beteiligt, wird mit Freiheitsstrafe von einem Jahr bis zu zehn Jahren bestraft.”»

[8] «Αlle Deutschen haben das Recht, Vereine und Gesellschaften zu bilden.

Vereinigungen, deren Zwecke oder deren Tätigkeit den Strafgesetzen zuwiderlaufen oder die sich gegen die verfassungsmäßige Ordnung oder gegen den Gedanken der Völkerverständigung richten, sind verboten.»

[9] « Son punibles las asociaciones ilícitas, teniendo tal consideración:

1.º Las que tengan por objeto cometer algún delito o, después de constituidas, promuevan su comisión, así como las que tengan por objeto cometer o promover la comisión de faltas de forma organizada, coordinada y reiterada.Apartado 1.º del artículo 515 redactado por el número catorce del artículo primero de la L.O. 11/2003, de 29 de septiembre, de medidas concretas en materia de seguridad ciudadana, violencia doméstica e integración social de los extranjeros («B.O.E.» 30 septiembre).Vigencia: 1 octubre 2003

2.º ...

Apartado 2.º del artículo 515 suprimido por el apartado centésimo trigésimo sexto del artículo único de la L.O. 5/2010, de 22 de junio, por la que se modifica la L.O. 10/1995, de 23 de noviembre, del Código Penal («B.O.E.» 23 junio).Vigencia: 23 diciembre 2010

3.º Las que, aun teniendo por objeto un fin lícito, empleen medios violentos o de alteración o control de la personalidad para su consecución.

4.º Las organizaciones de carácter paramilitar.

5.º Las que promuevan la discriminación, el odio o la violencia contra personas, grupos o asociaciones por razón de su ideología, religión o creencias, la pertenencia de sus miembros o de alguno de ellos a una etnia, raza o nación, su sexo, orientación sexual, situación familiar, enfermedad o minusvalía, o inciten a ello. »

[10] « A los efectos de este Código se entiende por organización criminal la agrupación formada por más de dos personas con carácter estable o por tiempo indefinido, que de manera concertada y coordinada se repartan diversas tareas o funciones con el fin de cometer delitos, así como de llevar a cabo la perpetración reiterada de faltas. »

[11] «Eine kriminelle Vereinigung ist ein auf längere Zeit angelegter Zusammenschluss von mehr als zwei Personen, der darauf ausgerichtet ist, dass von einem oder mehreren Mitgliedern der Vereinigung ein oder mehrere Verbrechen, andere erhebliche Gewalttaten gegen Leib und Leben, nicht nur geringfügige Sachbeschädigungen, Diebstähle oder Betrügereien, Vergehen nach den §§ 104a, 165, 177b, 233 bis 239, 241a bis 241c, 241e, 241f, 304 oder 307, in § 278d Abs. 1 genannte andere Vergehen oder Vergehen nach den §§ 114 Abs. 1 oder 116 des Fremdenpolizeigesetzes ausgeführt werden.»

[12] «Wer eine auf längere Zeit angelegte unternehmensähnliche Verbindung einer größeren Zahl von Personen gründet oder sich an einer solchen Verbindung als Mitglied beteiligt (§ 278 Abs. 3),

1. die, wenn auch nicht ausschließlich, auf die wiederkehrende und geplante Begehung schwerwiegender strafbarer Handlungen, die das Leben, die körperliche Unversehrtheit, die Freiheit oder das Vermögen bedrohen, oder schwerwiegender strafbarer Handlungen im Bereich der sexuellen Ausbeutung von Menschen, der Schlepperei oder des unerlaubten Verkehrs mit Kampfmitteln, Kernmaterial und radioaktiven Stoffen, gefährlichen Abfällen, Falschgeld oder Suchtmitteln ausgerichtet ist,

2. die dadurch eine Bereicherung in großem Umfang anstrebt und

3. die andere zu korrumpieren oder einzuschüchtern oder sich auf besondere Weise gegen Strafverfolgungsmaßnahmen abzuschirmen sucht,

ist mit Freiheitsstrafe von sechs Monaten bis zu fünf Jahren zu bestrafen. § 278 Abs. 4 gilt entsprechend.»

[13] Βλ. άρθρο 2 της Συνθήκης του Παλέρμο (2000).

[14] Με την Απόφαση του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για τη σύναψη, εξ ονόµατος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της σύµβασης των Ηνωµένων Εθνών κατά του διακρατικού οργανωµένου εγκλήµατος (2004/579/EΚ), ολοκληρώθηκε η προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Συνθήκη του Παλέρμο. Βλ. επίσης άρθρο πρώτο της Κοινής Δράσης της 21ης Δεκεμβρίου 1998 που θεσπίστηκε από το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με το αξιόποινο της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (98/733/ΔΕΥ): «Για τους σκοπούς της παρούσας κοινής δράσης, ως “εγκληματική οργάνωση” νοείται η εγκαθιδρυμένη επί ένα χρονικό διάστημα και διαρθρωμένη ένωση περισσοτέρων των δύο προσώπων, που δρουν από κοινού προκειμένου να διαπράξουν αξιόποινες πράξεις που επισύρουν ποινή στερητική της ελευθερίας ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας μεγίστης διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων ετών, ή βαρύτερη ποινή, εφόσον οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις αποτελούν αυτοσκοπό ή μέσον για τον προσπορισμό περιουσιακών οφελημάτων και, ενδεχομένως, για τον αθέμιτο επηρεασμό της λειτουργίας δημόσιων αρχών.». Παρεμφερής είναι και ορισμός της εγκληματικής οργάνωσης που περιλαμβάνεται στο άρθρο πρώτο της Aπόφασης-πλαισίου 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 2008 για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος : «Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης-πλαισίου, ως “εγκληματική οργάνωση” νοείται η εγκαθιδρυμένη επί ένα χρονικό διάστημα και διαρθρωμένη ένωση περισσοτέρων των δύο προσώπων, που δρουν από κοινού προκειμένου να τελέσουν αξιόποινες πράξεις οι οποίες επισύρουν ποινή στερητική της ελευθερίας ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας μεγίστης διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων ετών, ή βαρύτερη ποινή, με σκοπό να προσπορισθούν, άμεσα ή έμμεσα, οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος.».

[15]«L’associazione è ditipomafiosoquandocolorochenefannopartesiavvalgonodellaforzadiintimidazionedelvincoloassociativoedellacondizionediassoggettamentoediomertà chenederivapercommetteredelitti, peracquisireinmododirettooindirettolagestioneocomunqueilcontrollodiattività economiche, diconcessioni, diautorizzazioni, appaltieservizipubblicioperrealizzareprofittiovantaggiingiustipersé operaltri.»

[16] « Constitue une organisation criminelle l’association structurée de plus de deux personnes, établie dans le temps, en vue de commettre de façon concertée, des crimes et délits punissables d’un emprisonnement de trois ans ou d’une peine plus grave, pour obtenir, directement ou indirectement, des avantages patrimoniaux, (...). »

[17] «Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας.»